Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Πηγή: Αφροδίτη Πασαλή, Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο Ζάρκο Τρικάλων. Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 20, 133-148

Η Μονή βρίσκεται 2,5 χλμ. βόρεια του Ζάρκου, στις πλαγιές της Κούτρας. Χρονολογείται – με βάση τις βαριές αναλογίες, την αρχιτεκτονική και τα κατασκευαστικά στοιχεία – γύρω στο 1700. Είναι ναός αθωνικού τύπου, σταυροειδής εγγεγραμμένος με νάρθηκα στα δυτικά. Το Καθολικό βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του περιβόλου της μονής. Έχει μέσες εξωτερικές διαστάσεις 16,65 x 8,40μ. χωρίς τους πλάγιους χορούς και την κόγχη του ιερού. Μέρος της τοιχογράφησης του ανάγεται στον 18ο αιώνα.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο
Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο
Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Σύντομη ιστορία

Έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες των Ζαρκηνών κατά την εποχή της τουρκοκρατίας. Οι αρματωλοί και οι κλέφτες της περιοχής έβρισκαν καταφύγιο σε αυτή. Το καλοκαίρι του 1823 ο επίσκοπος Ζάρκου Θεοφάνης έφερε εδώ σε επαφή τον Γάλλο διπλωματικό υπάλληλο Ραφενέλ με τους επαναστάτες. Το 1849 η μονή προσαρτήθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου Γριζάνου ως μετόχι.

Το 1894 η μονή προσαρτήθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου Γριζάνου ως μετόχι. Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 οι Τούρκοι πυρπόλησαν τη μονή, κατέστρεψαν τοιχογραφίες και άρπαξαν ιερά κειμήλια, πολλά από τα όποια έριξαν στη φωτιά. Με βασιλικό διάταγμα του 1901 η μονή κηρύχτηκε διατηρητέα, ενώθηκαν δε με αυτή ως μετόχια τα μοναστήρια της Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας Τρικάλων87, της Γεννήσεως Θεοτόκου Ορφανού και του Αγίου Δημητρίου Γριζάνου.

Η κατάργηση της επισκοπής Γαρδικίου (το 1889 συγχωνεύτηκε με την επισκοπή Τρίκκης) ήταν ένας από τους σοβαρούς λόγους που συνέβαλαν στη διάλυση της μονής, διότι η επισκοπή είχε ιδρύσει τη μονή και μεριμνούσε για τη διατήρησή της. Με τη διάλυση της μονής χάθηκε και η κτηματική περιουσία της. Από τον Σεπτέμβριο του 1995 η μητρόπολη Τρίκκης εγκατέστησε εδώ τρεις μοναχές, οι όποιες εργάζονται ακατάπαυστα για την ανακαίνιση και τη συντήρηση του συγκροτήματος. Η μονή πανηγυρίζει στις 8 Μαΐου. Το καθολικό και ο περίβολος διατηρούνται σήμερα σε καλή κατάσταση, ενώ τα υπόλοιπα κτίσματα της μονής (τράπεζα, κελιά, πύργος), που καταλαμβάνουν τη βόρεια πλευρά του συγκροτήματος, είναι ερειπωμένα.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο
Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Αρχιτεκτονική

Το καθολικό βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του περιβόλου της μονής. Είναι ναός αθωνικού τύπου, σταυροειδής εγγεγραμμένος, με νάρθηκα στα δυτικά. Ανήκει στην παραλλαγή των σύνθετων τετρακιόνιων και έχει επιμηκυσμένη τη δυτική κεραία του σταυρού.

Έχει μέσες εξωτερικές διαστάσεις 16,65 x 8,40 μ. χωρίς τους πλάγιους χορούς και την κόγχη του ιερού. Στο ορθογώνιο της κατόψεως προσκολλάται η κόγχη του Ιερού, η οποία είναι ημικυκλική σε κάτοψη με διάμετρο 3 μ. και καταλαμβάνει σχεδόν το ήμισυ της ανατολικής πλευράς του ναού. Οι πλάγιοι χοροί είναι βαθείς, ελάχιστα μικρότεροι του ημικυκλίου, με διάμετρο 3,10 μ. Οι ημικυκλικές κόγχες των παραβημάτων, διαμέτρου 0,95 και 0,80 μ. αντίστοιχα και ύψους 1,65 μ., εγγράφονται στο πάχος του ανατολικού τοίχου, έχουν δε ημικυκλική απόληξη προς τα επάνω.

Το τριμερές ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με πεσσούς σχεδόν τετραγωνικής διατομής (0,55 x 0,60 μ.), μπροστά από τους οποίους υψώνεται ξυλόγλυπτο τέμπλο. Ο χωρισμός του ιερού βήματος σε τρία διαμερίσματα γίνεται με δυο τόξα εγκάρσια στη μεγάλη διάσταση του, τα όποια στηρίζονται προς τα ανατολικά μεν στα μέτωπα εκατέρωθεν της κεντρικής κόγχης, προς τα δυτικά δε στους πεσσούς που οριοθετούν το ιερό βήμα. Στο βόρειο τοίχο της προθέσεως εγγράφεται ημικυκλική κόγχη, διαμέτρου 0,85 μ. και ύψους 1,55 μ., με ημιελλειπτική απόληξη προς τα επάνω. Το δάπεδο του ιερού βήματος βρίσκεται 0,10 μ. ψηλότερα από το δάπεδο του κυρίως ναού. Στο κέντρο της κόγχης του ιερού βήματος βρίσκεται η Αγία Τράπεζα, η οποία αποτελείται από πέτρινη βάση, ορθογωνική σε κάτοψη, διατομής 0,45 χ 0,60 και ύψους 0,80 μ., και ορθογωνική πλάκα διαστάσεων 0,95 x 1,90 μ. στην επάνω επιφάνεια.

Το κυρίως ιερό βήμα καλύπτεται με την προέκταση της ανατολικής κεραίας του σταυρού και τα παραβήματα με ασπίδες επί λοφίων – ελλειπτικη σε κάτοψη η πρόθεση και κυκλική το διακονικό -, των οποίων οι κλείδες βρίσκονται σε ύψος 4,40 μ. από το δάπεδο του ιερού. Η ελλειπτική ασπίδα της προθέσεως στηρίζεται σε προέχουσα στεφάνη η οποία σκοπό έχει να μειώσει το ελεύθερο άνοιγμα, άρα και τις διαμέτρους του θόλου. Η κόγχη του ιερού είναι κατά τι στενότερη από την ανατολική κεραία του σταυρού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δυο τόξων μετώπου επάνω από την κλείδα της. Η κάλυψη της γίνεται με τεταρτοσφαίριο που βρίσκεται χαμηλότερα από τον ημικύλινδρο της ανατολικής κεραίας του σταυρού.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο
Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Αρχιτεκτονική

Ο φωτισμός του ιερού βήματος επιτυγχάνεται με δυο επάλληλα παράθυρα στην κεντρική κόγχη, ανά ένα ορθογωνικό παράθυρο ψηλά στον ανατολικό τοίχο της προθέσεως και του διακονικού και ανά ένα, επίσης ορθογωνικό παράθυρο, στο επάνω μέρος του βόρειου και του νότιου τοίχου.

Στον κυρίως ναό, στις απολήξεις των εγκάρσιων κεραιών του σταυρού, βρίσκονται οι πλάγιες κόγχες που είναι λίγο στενότερες από τις αντίστοιχες καμάρες, με αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση τους με τον σχηματισμό δυο διαδοχικών τόξων μετώπου, λεπτομέρεια που υπάρχει και στην κόγχη του ιερού βήματος. Στο σημείο διασταυρώσεως των κεραιών του σταυρού υψώνεται ο τρούλος, ο όποιος εξωτερικά έχει βάση σχήματος ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου. Φέρεται από τα τόξα μετώπου των τεσσάρων κεραιών του σταυρού μέσω σφαιρικών τριγώνων με παρεμβολή δυο στέφανων σε προέχουσα κλιμακωτή διάταξη, οι οποίες μειώνουν τη διάμετρο του τρούλου σε 2,90 μ. σε σχέση με τον στεγαζόμενο χώρο που έχει διαστάσεις 3,30 x 3,30 μ.

Έχει τύμπανο εσωτερικά κυλινδρικό και εξωτερικά οκτάπλευρο, κάλυψη δε εσωτερικά ημισφαιρική και εξωτερικά κωνική. Η κορυφή του τρούλου βρίσκεται σε ύψος 8,55 μ. από το δάπεδο του ναού, ενώ οι κλείδες στις διασταυρωνόμενες κεραίες, σε ύψος 5,85 μ. Από τα γωνιαία διαμερίσματα, τα ανατολικά καλύπτονται με ασπίδες επί λοφίων, ελλειπτικές σε κάτοψη, ενώ τα δυτικά με μοναστηριακούς θόλους. Οι κίονες του κυρίως ναού και οι πεσσοί του ιερού βήματος συνδέονται με τους απέναντι τοίχους με τόξα πλάτους 0,60 μ. Με όμοια τόξα συνδέονται οι δυο ανατολικοί κίονες με τους πεσσούς.

Ο φωτισμός του κυρίως ναού επιτυγχάνεται με δέκα παράθυρα, ανά πέντε στον βόρειο και στον νότιο τοίχο, και ενισχύεται με οκτώ στενά μονόλοβα παράθυρα στο τύμπανο του τρούλου.

Ο κυρίως ναός χωρίζεται από τον νάρθηκα με τοίχο πάχους 0,80 μ. Η επικοινωνία των δυο χώρων γίνεται με αξονική δίφυλλη θύρα πλάτους 1,20 μ. και ύψους 1,80 μ., με οριζόντια απόληξη επάνω και με δεύτερη θύρα, μονόφυλλη, τοξωτή, πλάτους 0,65 μ. και ύψους 1,55 μ., που οδηγεί στο βορειοδυτικό γωνιαίο διαμέρισμα. Το υπέρθυρο της δίφυλλης θύρας προς την πλευρά του νάρθηκα ανακουφίζεται από τις υπερκείμενες πιέσεις με υπερυψωμένο τόξο. Και τα δυο ανοίγματα στον διαχωριστικό τοίχο διευρύνονται προς την πλευρά του κυρίως ναού. Ο νάρθηκας είναι ισοπλατής με τον κυρίως ναό και στεγάζεται με ημικυλινδρικό θόλο κατά τον εγκάρσιο άξονα του ναού.

Η γένεση του στηρίζεται στις μακρές πλευρές του νάρθηκα σε ύψος 2,20 μ. από το δάπεδο. Ο ημικύλινδρος διακόπτεται στο κέντρο από τυφλό θόλο, κυκλικό σε κάτοψη και μικρότερο του ημισφαιρίου, ο οποίος φέρεται αφ’ ενός από τα δυο μετωπικά τόξα του εγκάρσιου ημικυλίνδρου και αφ’ έτερου από τον ανατολικό και τον δυτικό τοίχο του νάρθηκα. Η στήριξη γίνεται με την παρεμβολή στεφάνης, η οποία φέρει λοξή απότμηση και μειώνει τη διάμετρο του θόλου σε 3,20 μ. σε σχέση με το πλάτος 3,70 μ. του στεγαζόμενου νάρθηκα. Η είσοδος στον ναό γίνεται από τη μοναδική θύρα στον βόρειο τοίχο του νάρθηκα. Το άνοιγμα της θύρας εισόδου έχει πλάτος 0,90 μ. και ύψος 1,55 μ., μικρό, κατά τη συνήθεια της εποχής. Το κατώφλι διαμορφώνεται με τέσσερις λίθινες βαθμίδες, με τις όποιες γίνεται η κάθοδος στο επίπεδο του ναού που βρίσκεται 0,50 μ. χαμηλότερα από τη στάθμη του εξωτερικού χώρου εξαιτίας της μικρής κλίσεως του εδάφους από βορρά προς νότον.

Ο φωτισμός του νάρθηκα επιτυγχάνεται με δυο ορθογωνικού σχήματος παράθυρα στο επάνω μέρος του νότιου και του δυτικού τοίχου. Όλα τα παράθυρα του ναού διευρύνονται προς τα μέσα. Έχουν ευθύγραμμα λίθινα ανώφλια και μονολιθικούς σταθμούς. Φέρουν μεταλλικά κιγκλιδώματα ασφαλείας από οριζόντιες και κατακόρυφες σιδερένιες ράβδους, τοποθετημένες σε σχήμα τετράγωνο.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Αρχιτεκτονική

Οι κίονες είναι μονολιθικοί, διαμέτρου 0,45 μ., χωρίς βάσεις, με άπλα τεκτονικά κιονόκρανα, υδροχρωματισμένοι. Η μετάβαση από τον κυκλικής διατομής κίονα στο τετράγωνης διατομής κιονόκρανο γίνεται με λοξές αποτμήσεις των γωνιών. Το σύστημα των τόξων και των θόλων του ναού δένεται με ξύλινους ελκυστήρες σε δυο επίπεδα, στο ύψος των επιθημάτων των κιονόκρανων και στο ύψος των γενέσεων των θόλων, για την εξασφάλιση της αντισεισμικής επάρκειας του κτιρίου. Ένα τρίτο σύστημα από δυο κάθετα δια-σταυρωνόμενους ελκυστήρες υπάρχει 0,60 μ. ψηλότερα από τη γένεση του ημισφαιρίου του τρούλου.

Το σύνολο των θόλων του ναού εκτός του αναδυόμενου τρούλου καλύπτεται με δίριχτη στέγη από κεραμίδια βυζαντινού τύπου, με τη χαρακτηριστική για τους ναούς της Τουρκοκρατίας απότμηση στην ανατολική και τη δυτική πλευρά.Η βόρεια και η νότια κεραία του σταυρού και το τμήμα της ανατολικής κεραίας που αντιστοιχεί στο ιερό βήμα διαφοροποιούνται καθώς προβάλλουν από τη στέγη και καλύπτονται με ανεξάρτητες δίριχτες στέγες με μερική απότμηση στην όψη (βόρεια και νότια πλευρά αντίστοιχα). Έτσι, τα αετώματα των τριών κεραιών του σταυρού διαγράφονται με σαφήνεια στις όψεις. Διαφοροποίηση υπάρχει επίσης και στο δυτικό άκρο του ναού, που αντιστοιχεί στο κεντρικό τμήμα του νάρθηκα. Οι κόγχες του ιερού βήματος και των χορών έχουν ανεξάρτητες χαμηλότερες στέγες, σχήματος μισού κόλουρου κώνου.

Η τοιχοποιία έχει πάχος από 0,75 έως 0,85 μ. Την άνοιξη του 1996 το παχύ στρώμα κονιάματος που κάλυπτε την εξωτερική επιφάνεια των τοίχων καθαιρέθηκε με αμμοβολή, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Μετά την αφαίρεση του επιχρίσματος διαπιστώθηκε η χρήση ορθογωνισμένων γωνιολίθων και αργών λίθων στη δόμηση, με παρεμβολή κεράμων σε οριζόντιες στρώσεις άλλα και ακανόνιστα. Στη βορειοδυτική γωνία του κτιρίου υπάρχει ενσωματωμένο στην τοιχοποιία αρχιτεκτονικό υλικό σε δεύτερη χρήση, στο όποιο περιλαμβάνεται και επιγραφή με τιμητικό ψήφισμα και άλλη με το όνομα Αβυρτάδας. Τη βόρεια πλευρά του ναού περιέτρεχε εξωτερικά πεζούλι, το οποίο αφαιρέθηκε κατά την τελευταία επισκευή.

Κάτω από την προέχουσα στέγη του ναού υπάρχει γείσο από πλίνθινη οδοντωτή ταινία, ενώ κάτω από τις στέγες των κεραιών του σταυρού και της βάσης του τρούλου υπάρχει απλή σειρά σχιστολιθικών πλακών. Επισημαίνεται η έλλειψη ακρίβειας στη χάραξη του ναού με  αποτέλεσμα η κάτοψη να παρουσιάζει απόκλιση από την κανονικότητα.

Ο ναός έχει ξυλόγλυπτο τέμπλο που προέρχεται από άλλο μνημείο και καταλαμβάνει ολόκληρο το πλάτος του ναού. Είναι ευθύγραμμο σε κάτοψη με τριπλή καθ’ ύψος διάρθρωση. Οι δυο κατώτερες ζώνες χωρίζονται με ορθοστάτες σε εννέα ανισοπλατή τοξωτά διάχωρα, από τα οποία τα τρία αντιστοιχούν στην Ωραία Πύλη και τις εισόδους προς την πρόθεση και το διακονικό. Οι ορθοστάτες πατούν απευθείας στο δάπεδο. Η κάτω ζώνη έχει ύψος 0,90 μ., η μέση 1,85 μ. και η επάνω 0,95 μ. Από την επίστεψη του τέμπλου σώζεται μόνον ο σταυρός και οι δράκοντες που τον υποβαστάζουν. Στα επτά διάχωρα της μεσαίας ζώνης είναι τοποθετημένες οι νεότερες δεσποτικές εικόνες. Το άνοιγμα της Ωραίας Πύλης φέρει τοξωτό υπέρθυρο πολλαπλής καμπυλότητας (τρίλοβο τόξο) και φράσσεται από ξυλόγλυπτο βημόθυρο.

Τα ανοίγματα των παραβημάτων φέρουν τοξωτά υπέρθυρα με απλά τόξα. Το σύνολο επιστέφεται με θριγκό που γέρνει προς τον κυρίως ναό και αποτελείται από τέσσερις επιμέρους επάλληλες ζώνες. Η δεύτερη εκ των κάτω ζώνη είναι κοιλόκυρτη και κοσμείται με το θέμα της αμπέλου, ενώ η τρίτη είναι ζωφόρος της Μεγάλης Δεήσεως. Έχει ύψος περίπου 0,60 μ. και περιλαμβάνει δεκαεννέα εικονίδια. Οι αναμονές που διαμορφώνονται στη ζώνη αυτή απολήγουν επάνω σε τοξύλλια. Τα τύμπανα των τοξυλλίων, όπως και τα τύμπανα των ημικυκλικών απολήξεων των δεσποτικών εικόνων, φέρουν πλούσιο ξυλόγλυπτο διάκοσμο. Η οριζόντια απόληξη του θριγκού στέφεται με τον μεγάλο ξύλινο σταυρό και τους δράκοντες που τονίζουν τη γενική συμμετρία.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Ο διάκοσμος του τέμπλου έχει εκτελεσθεί με διάτρητη τεχνική, με αφαίρεση του βάθους σε ορισμένα σημεία. Τα θέματα του ξυλόγλυπτου διακόσμου προέρχονται από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Ανάμεσά τους υπάρχουν μεμονωμένες ολόσωμες μορφές που κρατούν ευαγγέλιο μπροστά στο στήθος (στην επάνω απόληξη των ορθοστατών), μεμονωμένες μετωπικές μορφές κατά κεφαλήν (στα τύμπανα των τοξυλλίων της Μεγάλης Δεήσεως), καθώς επίσης και παραστάσεις με τα θέματα του Θρήνου (στο τύμπανο του τόξου επάνω από την Ωραία Πύλη, της Καθόδου στον Άδη, όπου ο Χριστός παριστάνεται μέσα σε κυκλική δόξα να εγείρει τον Αδάμ και την Εύα, ενώ στο επάνω μέρος δυο άγγελοι που πετούν τοποθετούν στέμμα στην κεφαλή του (κάτω πλαισίωση δεσποτικής εικόνας), της Θεοτόκου ένθρονης μετωπικής με τον Χριστό στην αγκαλιά, ενώ στο επάνω μέρος δυο άγγελοι τοποθετούν στέμμα στην κεφαλή της (κάτω πλαισίωση δεσποτικής εικόνας), του Προπατορικού Αμαρτήματος και της Εκδιώξεως των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο91, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (κάτω πλαισίωση δεσποτικής εικόνας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου), της γοργόνας με δυο ουρές που καμπυλώνονται εκατέρωθεν προς τα επάνω και συγκρατούνται από τα απλωμένα στα πλάγια χέρια της, των έφιππων στρατιωτικών άγιων Δημητρίου να φονεύει τον Σκυλογιάν-νη και Γεωργίου να φονεύει τον δράκοντα (στους ορθοστάτες της Ωραίας Πύλης), του ζεύγους των αγγέλων που πετούν κρατώντας στέμμα ανάμεσα τους (επάνω από το τρίλοβο τόξο της Ωραίας Πύλης, αλλά και στη βάση του σταυρού) και του «Ώσπερ Πελεκάν» (ορθοστάτης).

Ακόμη, υπάρχουν φυλακτικά – αποτρεπτικά θέματα – σταυροί, δράκοντες, λιοντάρια – και στη βάση του σταυρού η κάρα του Αδάμ με δυο κόκαλα από κάτω.
Στο ναό υπάρχει ακόμη ξυλόγλυπτο προσκυνητάρια σε σχήμα στήλης. Στο επάνω μέρος φέρει προστέγασμα που προεξέχει αρκετά και στηρίζεται στους δυο ορθοστάτες που περιβάλλουν την εικόνα. Στον κυρίως ναό υπάρχει αναλόγιο προερχόμενο από άλλο μνημείο, κατασκευασμένο με την τεχνική της ένθεσης, όπου τα διακοσμητικά θέματα δημιουργούνται με τη σύνθεση μικρών κομματιών από ξύλο και φίλντισι, τοποθετημένων μέσα σε υποδοχές της ξύλινης επιφάνειας.

Τυπολογικές παρατηρήσεις

Τυπολογικά ό ναός ανήκει στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους της παραλλαγής τών σύνθετων τετρακιονίων. Ή αναλογία του κεντρικού μεταξονίου προς τα πλάγια είναι 2,53:1, σχετικά μεγάλη. Οι κίονες πλησιάζουν αρκετά στους πλάγιους τοίχους (δυνατότητα γεφυρώσεως μεγάλου ανοίγματος – πρόθεση για στήριξη ενός τρούλου μέ σχετικά μεγάλη διάμετρο: αντιστοιχία μέ τά πρωιμότερα παραδείγματα του αθωνικού τύπου).

Ή ανατολική κεραία τού σταυρού είναι ίση μέ τίς εγκάρσιες (1,50 μ.), ενώ ή δυτική είναι έπιμηκυσμένη (3 μ.), μέ συνέπεια τά δυτικά γωνιαία διαμερίσματα νά είναι καί αυτά επιμηκυσμένα, μέ αναλογία 2,70:1,50 = 1,80. ‘Ορθογώνια είναι καί τά ανατολικά γωνιαία διαμερίσματα μέ αναλογία 1,40:1,20 =1,16 καίτά παραβήματα μέ αναλογία 1,70:1,20 = 1,40. “Οπως έχει ήδη υποστηριχθεί, οι επιμήκεις αναλογίες γωνιαίων διαμερισμάτων οδηγούν στην κάλυψη τους μέ κατά μήκος ήμικυλίνδρους, ένώ οι αναλογίες πού πλησιάζουν προς τό τετράγωνο οδηγούν στην κάλυψη μέ φουρνικά ή σταυροθόλια.

Ή κάλυψη όμως με κατά μήκος ήμικυλίνδρους δημιουργεί προβλήματα στή μορφολογική διάρθρωση του εσωτερικού χώρου. Στην προσπάθεια επιλύσεως αυτών τών μορφολογικών προβλημάτων, άλλα μέ ταυτόχρονη διατήρηση τοΰ επιμήκους σχήματος τών γωνιαίων διαμερισμάτων οι τεχνίτες στον ‘Άγιο ‘Ιωάννη τόν Θεολόγο στό Ζάρκο χρησιμοποίησαν γιά τήν κάλυψη τών μεν δυτικών γωνιαίων διαμερισμάτων, πού είναι καί τά έπιμηκέστερα, μοναστηριακούς θόλους, ενώ τών ανατολικών καί της προθέσεως ελλειψοειδή φουρνικά.

Τους μοναστηριακούς θόλους ως τρόπο καλύψεως κτιρίων θά τους συναντήσουμε ήδη τόν 2ο αιώνα σέ ένα μικρό, σταυροειδές εγγεγραμμένο κτίσμα στό ρωμαϊκό στρατόπεδο τοΰ Mousmieh (Mismiye) στή Συρία, στό κεντρικό διαμέρισμα τοΰ σταυροειδοΰς εγγεγραμμένου πυρήνα του , τόν 4ο αίώνα στό συνεχόμενο μέ τό οικοδόμημα τοΰ Αγίου Λαυρεντίου στό Μιλάνο κτίσμα τοΰ ‘Αγίου Άκουιλίνου, οπού ό θόλος είναι κατασκευασμένος ολόκληρος άπό τούβλα, αρκετά νωρίς δέ στά παράλια τοΰ Αιγαίου. Οί μοναστηριακοί θόλοι δέν εΐναι πολύ συνηθισμένοι σέ βυζαντινούς ναούς, είναι όμως γνωστοί σέ μοναστηριακά καί κοσμικά κτίρια, κυρίως μεταβυζαντινά.

Στον ελλαδικό χώρο το αρχαιότερο γνωστό παράδειγμα χρήσεως μοναστηριακού καί τοΰ παραπλήσιου σκαφοειδούς θόλου σέ ναό εΐναι οί Άγιοι Ανάργυροι Καστοριάς (12ος αι. – ακραία διαμερίσματα τοΰ νάρθηκα). Άλλα γνωστά παραδείγματα είναι ό ‘Άγιος Νικόλαος στον ‘Ελαιώνα Σερρών (τέλος μεσοβυζαντινής περιόδου – υπερυψωμένοι
μοναστηριακοί θόλοι καλύπτουν τό βορειοανατολικό καί τό βορειοδυτικό γωνιαίο διαμέρισμα), τό πλυντήριο της μονής Χελανδαρίου, ή Ευαγγελίστρια τοΰ Μυστρά (αρχές 15ου αι.), τά παρεκκλήσια τοΰ Αγίου Νικολάου καί τών Αγίων Τεσσαράκοντα της μονής Λαύρας στό Άγιον Όρος (δύο διαμερίσματα τοΰ νάρθηκα), ή κινστέρνα της μονής Βλατάδων, τό καθολικό της μονής Αντινίτσης (β’ μισό 15ου αι. – πέντε άπό τά έξι διαμερίσματα της λιτής καί τά δυτικά γωνιαία διαμερίσματα καλύπτονται μέ
μοναστηριακούς θόλους, στους οποίους οί είσέχουσες διαγώνιοι ενισχύονται μέ χονδρά πώρινα βεργία), τό παρεκκλήσιο τοΰ Αγίου Ανδρέα στή μονή Βατοπεδίου (νάρθηκας), ή Αγία Τριάδα στό Καστέλλι Σπετσών (1793 – 6+6 διαμερίσματα τών πλάγιων κλιτών συμπεριλαμβανομένων τών παραβημάτων καί τοΰ νάρθηκα).

Μοναστηριακούς θόλους κατά τήν εποχή της Τουρκοκρατίας θά συναντήσουμε καί σέ μνημεία τοΰ θεσσαλικοΰ χώρου, όπως είναι ή τράπεζα καί τό σκευοφυλάκιο τοΰ Μεγάλου Μετεώρου (16ου α’ι.), τό καθολικό της μονής Πέτρας (πρό τοΰ 1625 – κάλυψη τοΰ νάρθηκα με τρεις σκαφοειδείς θόλους)48, ό Άγιος Αθανάσιος στό Ρούμ-Παλαμά Καρδίτσας (1811 – ανατολικό διαμέρισμα τοΰ μεσαίου κλίτους τοΰ νάρθηκα), ή Αγία Τριάδα Δρακότρυπας (1742 – σκαφοειδείς θόλοι στά ακραία διαμερίσματα τοΰ νάρθηκα, μοναστηριακοί θόλοι στά δυτικά γωνιαία διαμερίσματα, όπως καί στό εξεταζόμενο μνημείο), τό καθολικό της μονής Μεταμορφώσεως τοΰ Σωτήρα στή Βράχα Ευρυτανίας
(1745 – δυτικά γωνιαία διαμερίσματα, όπως καί στό εξεταζόμενο μνημείο), ό Άγιος Γεώργιος στή Γράλιστα ‘Αγράφων (1818 – εγκάρσιο κλίτος).

Τό διακονικό καλύπτεται με ημικυκλικό σε κάτοψη φουρνικό. ‘Εδώ όμως, προκειμένου νά τετραγωνισθεί ή βάση στην οποία στηρίζεται ό θόλος, έχουν χρησιμοποιηθεί
δευτερεύοντα τόξα σέ ατελή μορφή, εγκάρσια προς τόν κατά μήκος άξονα τοΰ ναοΰ. Ή τριπλή διαίρεση τοΰ νάρθηκα καί ή κάλυψη του μέ δύο ήμικυλίνδρους στά άκρα, πού υποβαστάζουν ασπίδα στό κέντρο, είναι συνηθισμένη γιά στενούς νάρθηκες, θα τη συναντήσουμε καί σέ άλλα μνημεία, όπως στό καθολικό τής μονής Σωσίνου στό Πωγώνι (1598), στό καθολικό τής μονής Αγίου Γεωργίου στό Έπταχώρι (Μπουρμπουτσικό -πρίν άπό τό 1625), στον κοιμητηριακό ναό τών Άγιων Πάντων μονής Ξηροποτάμου
στό Άγιον Όρος. Στή Βλαχέρνα τής Άρτας έχουμε ελλειψοειδές φουρνικό στή θέση τής ασπίδας.

Οι χοροί είναι βαθείς, ημικυκλικοί εξωτερικά καί εσωτερικά, σέ αντίθεση μέ τους αβαθείς χορούς πού συναντώνται στά περισσότερα γνωστά παραδείγματα στον
ελλαδικό χώρο. Βαθεΐς χορούς θά συναντήσουμε καί στή μονή Διονυσίου στον “Ολυμπο, στή μονή Ξενοφώντος στό Άγιον Όρος, στά καθολικά τών μονών Αγίας
Αναλήψεως στά Καλύβια Αναλήψεως ‘Ελάσσονος, Βαρλαάμ, Ρουσάνου καί Αγίου Στεφάνου στά Μετέωρα, στό Τσάγεζι, Άγιας Παρασκευής στό Νεραϊδοχώρι Τρικάλων, στον Προφήτη Ηλία Θεσσαλονίκης (1320) (ύπερημικυκλικοί χοροί).

Όσον άφορα τή διάταξη τών εισόδων άπό τόν νάρθηκα στον κυρίως ναό, τό εξεταζόμενο μνημείο ανήκει στον τύπο μέ δύο εισόδους, μία κεντρική καί μία προς τό βορειοδυτικό γωνιαίο διαμέρισμα, όπως καί τά καθολικά τών μονών τής Μεγάλης Παναγίας στή Σάμο (1596), Πέτρας Πίνδου68, Φλαμουρίου Πηλίου και ό Άγιος Γεώργιος στό Έπταχώρι Βοΐου-Γράμμου.

Μορφολογικές παρατηρήσεις

Η διάθεση για μορφολογικές αναζητήσεις στο καθολικό είναι ελάχιστη. Εξωτερικά δεσπόζουν οι εξάρσεις των κογχών του ιερού και των χορών, καθώς και τα γείσα που προεξέχουν. Η κόγχη του ιερού βήματος εξωτερικά είναι τελείως ακόσμητη, αν εξαιρέσουμε το γείσο από πλίνθινη οδοντωτή ταινία αμέσως κάτω από τα προέχοντα κεραμίδια της στέγης.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο

Οι εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων παραμένουν τελείως αδιάρθρωτες, με εξαίρεση το δυτικό άκρο της βόρειας όψεως που ποικίλλεται με το λίθινο τόξο πολλαπλής καμπυλότητας που επιστέφει το άνοιγμα της εισόδου και είναι γνωστό από πολλούς ναούς της εποχής της Τουρκοκρατίας. Το υπέρθυρο μόνο εξωτερικά είναι λίθινο πολλαπλής καμπυλότητας, ενώ εσωτερικά είναι ξύλινο, οριζόντιο, χαμηλωμένο. Ψηλότερα ανοίγεται άβαθης κόγχη ορθογωνική σε κάτοψη, με ημικυκλική απόληξη προς τα επάνω, με την εικόνα του τιμωμένου στον ναό αγίου ζωγραφισμένη στο τύμπανο, η οποία οφείλει την κατασκευή της σε πρόθεση ανακουφίσεως του υποκείμενου ανοίγματος, αλλά και μορφολογικής διαπλάσεως της επιφάνειας. Ψηλότερα από την κόγχη και κάτω από το γείσο της στέγης υπάρχουν υπολείμματα παλαιού λίθινου στεγάστρου για προστασία από τη βροχή. Το θύρωμα του ναού σχηματίζεται από ορθογωνισμένους γωνιολίθους χωρίς ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία.

Μορφολογικό ενδιαφέρον προσδίδει στο μνημείο η στέγαση της βόρειας, της νότιας και της ανατολικής κεραίας του σταυρού με τη διαφοροποίηση τους
από την υπόλοιπη στέγη και το ανεξάρτητο πολυγωνικό γείσο τους.

“Ηδη άπό τόν 16ο-17ο αιώνα στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους ναούς ή κάλυψη απλοποιείται συμπεριλαμβάνοντας καί τά γωνιαία διαμερίσματα κάτω άπό τή στέγη τής ανατολικής καί τής δυτικής κεραίας τοΰ σταυροΰ, άλλα καί τά παραβήματα καί τόν νάρθηκα. Τά παραδείγματα αγιορείτικων ναών τής εποχής τής Τουρκοκρατίας, στά όποια το σταυρικό σχήμα διακρίνεται στή στέγη, είναι σχετικώς λίγα. ‘Αναφέρουμε τήν Άγια Παρασκευή στό Νεραϊδοχώρι Τρικάλων, τόν ‘Άγιο Γεώργιο παρά τό Ριζάρι Τρικάλων, τό καθολικό τής μονής Σωσίνου στό Πωγώνι τής Ηπείρου, τό καθολικό τής μονής Παναγίας Ευαγγελίστριας στην Μπουνάσια Γρεβενών, τό καθολικό τής μονής Αγίου Γεωργίου Πόρτας στην Αιτωλοακαρνανία, τό καθολικό τής μονής Αγίας Τριάδας Δρακότρυπας, τό καθολικό τής μονής Αγίου Γεωργίου στό Έπταχώρι.

Ώς μορφολογικό στοιχείο λειτουργεί επίσης καί ή κυβόσχημη βάση τοΰ τρούλου, ή οποία είναι πολύ γνωστή στον ελλαδικό χώρο καί προκύπτει άπό τήν ανάγκη γιά κάλυψη τών λοφίων τοΰ τρούλου, οφείλεται δέ σέ επιρροή τής Πρωτεύουσας. Έδώ χρησιμοποιείται μέν κατ’ ανάγκην προκειμένου νά αντιμετωπισθεί ή έδραση τοΰ τρούλου καί ή κάλυψη τών λοφίων εφόσον ό ναός καλύπτεται με ενιαία δίριχτη στέγη, αποτελεί δμως καί μορφολογικό στοιχείο, αντίστοιχο με εκείνα άλλων τρουλαίων ναών, όπως π.χ. τών καθολικών τής μονής Άντινίτσης, του Μεγάλου Μετεώρου, της μο-νής Βαρλαάμ, της μονής Κουτλουμουσίου, τής μονής Φλαμουρίου στό Πήλιο, του ναοϋ τοϋ Αγίου Άθανασίου στό Ρούμ Παλαμα Καρδίτσας και άλλων.

Πλίνθινη ζώνη ζίγκ ζάγκ πρό κοίλου βάθους επιστέφει τό τύμπανο τοΰ τρούλου. ‘Ανάλογες ζώνες κοσμούν μνημεία πού απέχουν μεταξύ τους τοπικά καί χρονικά. Θά τίς συναντήσουμε σε βυζαντινά μνημεία:
στην ‘Επισκοπή Μάστρου (δυτική οψη, μεταξύ τών τόξων τοΰ τριβήλου), στον Άγιο Βασίλειο στή Γέφυρα ‘Άρτας (τρούλος), στην Παναξιώτισσα Γαβρολίμνης, στον ‘Άγιο Νικόλαο παρά τήν Κορακιάνα Κερκύρας, στή Μητρόπολη της Santa Severina στην Καλαβρία, στό καθολικό της μονής Σιδερόπορτας στή Μεσσηνία (τρούλος – κόγχη ιερού βήματος), στην Πόρτα Παναγιά
(γείσο τοΰ τρούλου), στή μονή Polosko πρώην Γιουγκοσλαβίας (ανατολική πλευρά), στην ‘Οδηγήτρια Λευκάδας (βόρειο μισό της ανατολικής πλευράς), στην Παναγία Μπρυώνη (Νεοχωράκι), στή Μεγάλη Παναγιά Παραμυθιάς Θεσπρωτίας (στό ανατολικό τμήμα τοΰ νότιου τοίχου καί στην ανατολική οψη, στην κόγχη τοΰ ιερού βήματος, κάτω άπό τό γείσο καί χαμηλά στό μέτωπο μεταξύ κόγχης Ιερού βήματος καί κόγχης προθέσεως συνεχίζοντας στό νότιο μισό της κόγχης της προθέσεως), αλλά καί σέ μεταβυζαντινά μνημεία:
στην ‘Αγία Δευτέρα Τρύφου Ακαρνανίας, στον Ταξιάρχη Μελιγαλα Μεσσηνίας (κάτω άπό τό γείσο τοΰ τρούλου), στό καθολικό της μονής Ντίλιου στό Νησί ‘Ιωαννίνων (νότιο μισό της κόγχης τού ιερού βήματος), στον ‘Άγιο Αθανάσιο στό Ρούμ-Παλαμα Καρδίτσας (γείσα κογχών ιερού βήματος).

Σέ κάθε πλευρά τοΰ τύμπανου τοΰ τρούλου, επάνω άπό τό αντίστοιχο παράθυρο, προεξέχει χαμηλωμένο τοξωτό άψίδωμα. Τά άψιδώματα διαμορφώνονται μέ πλίνθους τοποθετημένες εγκάρσια, πού περιβάλλονται άπό επίσης πλίνθινη ταινία. Πατοΰν σε λίθινους προβόλους στίς ακμές του τύμπανου. Ή ύπαρξη των άψιδωμάτων οφείλεται σε στατικούς καί μορφολογικούς λόγους.

Στό ανατολικό τύμπανο επάνω άπό τό παράθυρο υπάρχει εντοιχισμένο έφυαλωμένο πινάκιο, ενώ στό βόρειο τύμπανο πλίνθινος σταυρός μέ χαρακτήρα διακοσμητικό άλλα καί άποτροπαϊκό. Ή κανονικότητα καί τό μέγεθος των παραθύρων οφείλονται σέ καθαρά αγιορείτικη επίδραση, γιατί στην υπόλοιπη Ελλάδα την εποχή της Τουρκοκρατίας τά παράθυρα είναι στενά, μικρά καί τοποθετημένα σέ ακανόνιστες θέσεις.

Στό εσωτερικό τοϋ ναοΰ είναι φανερή ή αδιαφορία γιά μορφολογική σύνθεση τοΰ συνόλου. ‘Ακόμη καί ό κοσμήτης, πού περιθέει συνήθως τίς γενέσεις των θόλων των ναών της εποχής, έδώ απουσιάζει εντελώς. Στίς κόγχες τοϋ ίεροΰ βήματος καί της προθέσεως, στον δυτικό τοίχο τοΰ κυρίως ναοΰ καί στον ανατολικό τοίχο τοΰ νάρθηκα σώζονται ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες
τοΰ 18ου αιώνα.

Χρονολόγηση

Η τυπολογία σε συνδυασμό με τις βαριές αναλογίες, οι επιμέρους αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και τα κατασκευαστικά στοιχεία του ναού μας οδηγούν στη χρονολόγηση του στους χρόνους γύρω στο 1700.

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ζάρκο