Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Ο μικρός οικισμός της Παναγίτσας βρίσκεται επάνω στο δρόμο για το Αχλαδοχώρι και στις νοτιοδυτικές παρυφές του χωριού, κάτω από μια συστάδα πανύψηλων δέντρων που ξεχωρίζουν μέσα στο θεσσαλικό κάμπο, είναι κτισμένη η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Στη θέση, όπως μαρτυρούν τα διάφορα ευρήματα, φαίνεται πώς υπήρχε ιερό από την αρχαιότητα. Δίπλα στο ναό, ανάμεσα σε δύο λιθοσωρούς υπάρχουν θραύσματα αρχαίων δόμων, ένα δωρικό κιονόκρανο και κομμάτια από σπονδύλους, ενώ στους τοίχους της εκκλησίας είναι εντοιχισμένα τμήματα από τριταινιωτό επιστύλιο, τμήμα από επιτύμβια στήλη και άλλο αρχαίο υλικό.

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

Ο ναός είναι μονόχωρο δρομικό κτίσμα με ξυλόστεγη κάλυψη. Σε κάτοψη έχει σχήμα ορθογώνιο, εσωτερικών διαστάσεων 4.65 x 8.85 μ., και στα ανατολικά απολήγει σε τρίπλευρη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά κόγχη. Στα δυτικά φέρει τη μοναδική είσοδο, στα νότια δύο μεγάλα τοξωτά παράθυρα και στην κόγχη του Ιερού ένα δίλοβο. Η Αγία Τράπεζα αποτελείται από ένα πεσσόκρανο, διαστ. 0.78 x 0.90 μ., που στηρίζεται σε αρχαίο μάρμαρο, και μπροστά από την κόγχη της πρόθεσης υπάρχει ένα τεκτονικό ακόσμητο κιονόκρανο που πατάει επάνω σε τμήμα από μονόλιθο κίονα.

Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Στον ανατολικό τοίχο και στην κόγχη του Ιερού σώζονται λίγες τοιχογραφίες του 17ου αι., επιζωγραφισμένες τό 19ο αι. και ασβεστωμένες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πρόσφατα. Οι τοιχογραφίες όμως αυτές, όπως και ολόκληρη σχεδόν η σημερινή εκκλησία, ανήκουν σε μεταγενέστερες φάσεις του ναού, ενώ από το αρχικό βυζαντινό κτίσμα, που είχε μικρότερες διαστάσεις, διατηρούνται η κόγχη του Ιερού κάτω από τις κορυφές των κάθετων πλευρών της και στα πλάγια της τα χαμηλά τμήματα του ανατολικού τοίχου Έτσι, το μόνο τμήμα που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η ανατολική πλευρά και ιδιαίτερα η εξωτερική όψη της κόγχης του Ιερού, όπου διατηρούνται αρχικά μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία.

Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Η κόγχη είναι τρίπλευρη και φέρει σε κάθε της πλευρά από ένα αψίδωμα. Από αυτά το μεσαίο, που σήμερα έχει ορθογώνια διατομή μετά από μεταγενέστερη επισκευή, διαμορφώνεται με ένα κύριο πλαίσιο – τοξωτό αρχικά – και έχει στην ποδιά του λοξότμητο μαρμάρινο γείσο, ενώ τα πλάγια σχηματίζονται με δύο τόξα, ένα κύριο και ένα δευτερεύον, από τα οποία το εσωτερικό βρίσκεται βαθύτερα. Η αναλογία του πλάτους προς το ύψος στα πλάγια αψιδώματα είναι 1:2 και στα τύμπανά τους δε φέρουν ιδιαίτερη κεραμική διακόσμηση.

Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Το δίλοβο παράθυρο, το οποίο σήμερα είναι φραγμένο, χωρίζεται με έναν παλαιοχριστιανικό αμφικίονα και ένα μεσοβυζαντινό κιονόκρανο που κοσμείται με εξάφυλλο ρόδακα μέσα σε κύκλο στην εσωτερική στενή όψη και με σταυρό, που τον στεφανώνει φυλλοφόρο κλαδί, στην αντίστοιχη εξωτερική.

Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Δομικά στοιχεία

Στην τοιχοδομία χρησιμοποιούνται κυρίως κομμάτια από αρχαίους πώρινους δόμους και συλλέκτες πέτρες λαξεμένες αδρά, ενώ οπτόπλινθοι και κεραμίδια  τοποθετούνται σε οριζόντιες στρώσεις και πιο σπάνια κατακόρυφα στους κάθετους αρμούς, αλλά ή χρήση τους γίνεται με φειδώ και συχνά τα λίθινα και πώρινα στοιχεία συνάπτονται μεταξύ τους χωρίς την παρεμβολή πλίνθων.

Ναός Αγίας Παρασκευής Παναγίτσα

Γενικά το σύστημα είναι πολύ ελεύθερο, αλλά οπωσδήποτε δεν μπορούμε να έχουμε σαφή εικόνα, γιατί το κομμάτι πού σώζεται είναι μικρό και σε πολλά μέρη του σκεπάζεται με νεώτερα κονιάματα. Ωστόσο μπορούμε να διαπιστώσουμε, παρά τα επιχρίσματα, ότι στην κατασκευή των αψιδωμάτων έχει καταβληθεί ιδιαίτερη μέριμνα. Σ’ αυτά, τα πλαίσια είναι πλίνθινα και χωρίζονται από την υπόλοιπη τοιχοδομία με μια συνεχή σειρά πλίνθων. Το πάχος στις οπτόπλινθους είναι 0.03 ως 0.035 μ. και στα κεραμίδια 0.022 μ. Από τη βυζαντινή κεράμωση σώζονται μόνο λίγοι στρωτήρες ανοικτού βέλους στην κάλυψη της κόγχης.

Χρονολόγηση

Η χρονολόγηση του αρχικού βυζαντινού κτίσματος είναι προβληματική, γιατί τα στοιχεία που διατηρούνται είναι πολύ λίγα. Η χρήση π.χ. παλαιότερων μελών ως οικοδομικού υλικού, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η εκκλησία κτίζεται σε θέση όπου προϋπήρχε αρχαίος ναός ή πόλισμα, είναι πολύ συνηθισμένη και δεν έχει καθοριστικό χαρακτήρα για το χρόνο κατασκευής του ναού. Το ίδιο ισχύει και για την τρίπλευρη αψίδα, που η χρήση της γίνεται σχεδόν κανόνας από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας.

Ωστόσο η τρίπλευρη αψίδα του Ιερού, που διαμορφώνεται με τυφλά αψιδώματα, προσφέρει κάποιες ενδείξεις. Η διάπλαση της τρίπλευρης κόγχης του Ιερού, η οποία φέρει στις πλάγιες πλευρές ρηχές, τυφλές, κλιμακωτές αψίδες με τύμπανα επίπεδα και διακοσμημένα με κεραμικά κοσμήματα, χρησιμοποιήθηκε από τον Ορλάνδο ως συγκριτικό χρονολογικό κριτήριο για το ναό της Παλαιοκατούνας στην Ακαρνανία, που εντάσσεται μέσα στη σειρά των μνημείων του 13ου αι. του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ταυτόχρονα σημείωσε τη διαφορετική διάπλαση της κόγχης με τα τυφλά αψιδώματα κατά το 14ο και 15ο αι., επισήμανε το γεγονός ότι κατά τον 11ο και 12ο αι. οι τρίπλευρες κόγχες μένουν επίπεδες και αδιάρθρωτες και μας έδωσε έναν κατάλογο που περιλαμβάνει μια ομάδα ναών του 13ου αι. με παρόμοια κόγχη.

Τελευταία, με αφορμή τη μελέτη του ναού του Αγίου Παντελεήμονος στην Προσοτσάνη Δράμας, ο αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Γ. Βελένης διεύρυνε την ομάδα των μνημείων αυτών και σημείωσε σε κάθε ναό την ακριβή αναλογία του πλάτους προς το ύψος των αψιδωμάτων. Μάλιστα συγκρότησε δύο χωριστές ομάδες, μία με τα ακριβώς χρονολογημένα μνημεία και μία δεύτερη με αυτά που έχουν χρονολογηθεί συγκριτικά.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς τους δύο καταλόγους τα τυφλά αψιδώματα, τα οποία, όπως τα αψιδώματα της Αγίας Παρασκευής στην Παναγίτσα, έχουν αναλογία πλάτους προς το ύψος γύρω στο 1/2, το βάθος τους είναι μικρό και στα τύμπανά τους είναι φανερή μια διακοσμητική διάθεση, χαρακτηρίζουν πρώιμα παλαιολόγεια μνημεία πού μπορεί να χρονολογηθούν γύρω στα μέσα του 13ου αι.

Βέβαια, στα τύμπανα των αψιδωμάτων της Παναγίτσας δεν έχουμε ορισμένη κεραμική διακόσμηση, αλλά αυτό συμβαίνει και σε άλλα μνημεία. Ωστόσο όμως κάποια διακοσμητική διάθεση υπάρχει και στην Παναγίτσα. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με την υπόλοιπη τοιχοδομία, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί στο τύμπανο πέτρες με διαστάσεις όσο περίπου το πλάτος του, τοποθετεί γύρω από αυτές πλίνθινα κομμάτια και στο ημικυκλικό επάνω τμήμα μεταχειρίζεται μόνο οριζόντιες επάλληλες σειρές πλίνθων.

Οπωσδήποτε η χρονολόγηση αυτή δεν παύει να είναι επισφαλής, γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε απόλυτη σχέση ανάμεσα στις αναλογίες και το χρόνο κατασκευής· ωστόσο όμως οι αναλογίες της Παναγίτσας και γενικά η μορφή των αψιδωμάτων της στα τέλη του αιώνα ή και μετά από το 13ο αι., σύμφωνα με όσα ξέρουμε, θα αποτελούσαν εξαίρεση.

Ουσιαστική βοήθεια θα μπορούσε να προσφέρει η διακόσμηση του μεσοβυζαντινού κιονόκρανου στο δίλοβο παράθυρο της κόγχης, αν ήταν δυνατό να δεχτούμε ανεπιφύλακτα ότι, ενώ τα υπόλοιπα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μαρμάρινα μέλη που χρησιμοποιούνται είναι σε δεύτερη χρήση, το κιονόκρανο μόνο του είναι σύγχρονο με το ναό. Εκτός όμως από το λογικό σφάλμα που θα είχε μια παρόμοια υπόθεση, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρώτο, γιατί η διακόσμηση με τον εξάφυλλο ρόδακα που σαν θέμα και τεχνική μπορεί να χρονολογηθεί πολύ πρώιμα, στις αρχές του 11ου αιώνα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διάπλαση της κόγχης και δεύτερο, γιατί στην εξωτερική όψη του κιονόκρανου η διακόσμηση με το σταυρό και το φυλλοφόρο κλαδί στη διάταξη του θέματος, στην εκτέλεση και την τεχνική είναι εντελώς διαφορετική από το ρόδακα στο εσωτερικό.

Στο σταυρό η εργασία είναι σχετικά πρόχειρη και μεταγενέστερη από τη γλυπτική του 11ου και 12ου αι. Αυτή η παρατήρηση επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι το κιονόκρανο, όπως και τα υπόλοιπα μαρμάρινα μέλη, βρίσκονται σε δεύτερη χρήση στο ναό και ταυτόχρονα δεν αποκλείει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσουμε το μνημείο ως πρώιμο παλαιολόγειο έργο που χρονολογείται γύρω στα μέσα του 13ου αι.